Από
την εποχή της ανεξαρτησίας το ελληνικό κράτος προσέφερε ελάχιστη
ασφάλεια και κακές υπηρεσίες στους πολίτες. Έτσι αναπτύχθηκαν δίκτυα
επιβίωσης που το αντικαθιστούσαν “με την ισχυρή οικογενειακή
μονάδα-τροφό, τα πελατειακά δίκτυα και τελικά τη δημόσια διαφθορά και
την ανομία” (1).
Οι μαρξιστικοί καθορισμοί περί κοινωνικών τάξεων αδυνατούν να
περιγράψουν αυτό το κατεξοχήν βαλκάνιο φαινόμενο. «.. Η οργανωτική μορφή
των “ομάδων” ήταν και είναι συνήθως άτυπη, βασίζεται σε οικογενειακούς
και τοπικούς δεσμούς, που έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα σε μια μικρή χώρα.
Αυτή η κοινωνία πολιτών έχει την ικανότητα και την ισχύ να
εκμεταλλεύεται τα κενά και τις αδυναμίες του δημόσιου, να αιχμαλωτίζει,
να επιβάλλει ή να διαφθείρει δημόσιες πολιτικές και να οικειοποιείται πόρους νομίμως, ατύπως ή παρανόμως» (2).